Για το ιερό στην τέχνη

Το ιερό, το αντιλαμβάνομαι σαν μία δυνατότητα του ανθρώπου να στοχάζεται το άπειρο, να οικονομεί τον μυστικό χαρακτήρα του κόσμου, την έρημο της άγνοιας που περιβάλλει το περατό της γνώσης μας, όσο μεγάλη κι αν είναι αυτή η γνώση. Το ιερό δεν υπάρχει βέβαια με όρους φυσικής επιστήμης, έτσι ώστε να είναι από όλους ορατό και άμεσα αναγνωρίσιμο. Η ιερότητα δεν είναι κατάσταση του κόσμου αλλά μια στάση του ανθρώπου απέναντί του, μια αντίληψη που προαπαιτεί ευλάβεια, να είναι δηλαδή κανείς ανοιχτός, ώστε θυσιάζοντας την αυτάρκεια και την υλική του βεβαιότητα να αξιώνει μια σχέση με το άλλο, το ξένο. Τη συνείδηση αυτής της σχέσης με τον κόσμο αντιλαμβάνομαι ως ιερότητα. Αυτή η σχέση προάγει την κοινότητα σε πολιτισμό. Κι αυτός ο πολιτισμός ειναι κορυφαία κατάκτηση του ανθρώπου Είναι ωστόσο μια δυνατότητά μας που μάλλον εύκολα την απεμπολούμε. Αφιερωμένοι στην καθημερινή τύρβη και στην άμεση κατανάλωση του υλικού κόσμου, αφήνουμε να την διαχειρίζονται επ’ οφελεία τους και να την μονοπωλούν με κάποιαν εγκυρότητα, θρησκευτικοί και εξουσιαστικοί μηχανισμοί.

Έχει επικρατήσει η αντίληψη να αποκαλούμε ιερές τις εικόνες που παριστούν θεούς, αγίους ή σύμβολά τους και προορίζονται για λατρευτική χρήση (ναούς ή εικονοστάσια). Τις αντιθέτουμε τόσο στην κοσμική ή προφανή ζωγραφική όσο και στις παγανιστικές εικόνες και τα «είδωλα», τα λατρευτικά αγάλματα. Ευκολώτερα βλέπουμε το ιερό στις εικόνες παρά στα αγάλματα. Η ζωγραφική στερείται την υλικότητα του αγάλματος και, κατά κάποιον τρόπο, νεύει στο άυλο. Υποκαθιστά την τρίτη διάσταση με μιαν άλλη, πιό απροσδιόριστη, που επιδέχεται και χειρισμούς και ερμηνείες.

Η ζωγραφική είναι ένα τέχνασμα του ανθρώπου να υπερβαίνει το αναναπαράστατο του περιβάλλοντος και του ενδότερου κόσμου και να τους παριστάνει. Η εξοικείωση κάθε ζωγράφου με το φως και με το χρώμα, αναδεικνύουν, κατά το χάρισμα και την άσκηση καθενός, την τεχνική της. Η εξυπηρέτηση ψυχαγωγίας, διαπαιδαγώγησης, πίστης ή μιάς κάποιας επίδειξης ισχύος δηλώνουν την άμεση κοινωνική της χρησιμότητα. Αλλά όπως η γλώσσα από μόνη της, όσο καλά και αν μιλιέται ή επικοινωνεί, δεν είναι ποίηση, έτσι κι η ζωγραφική από μόνη της δεν είναι απαραίτητα κάτι περισσότερο από ευχάριστη απασχόληση ή αποτελεσματική δραστηριότητα. Η εκτίμηση όμως και ο σεβασμός που της αποδίδουμε, αιώνες τώρα, δείχνει ότι προσδοκούμε κάτι περισσότερο απ’ αυτήν. Όχι αναγκαστικά την ιερότητα αλλά οπωσδήποτε κάτι που υπερβαίνει την υλικότητά της. Και εκεί βέβαια τίθενται πιό δύσκολα ερωτήματα.

Αυτή η “άλλη αίσθηση”, που μπορεί να είναι ζητούμενη, δεν είναι αναγκαία συνέπεια της τέχνης. Συνομολογούμε ακόμη τη ζωγραφική σαν ανάσα εξόδου από την βιωτική σύμβαση, παρότι, στις μέρες μας, με μιάν εξουθενωτική γενίκευση κάθε τί μπορεί να προταθεί και να γίνει αποδεκτό ως τέχνη, σχετικοποιώντας ή ακυρώνοντας την έννοια του κοινού κριτηρίου. Παρ’ όλους τους νεωτερισμούς, πάντως, η ζωγραφική εξακολουθεί να σαγηνεύει. Βέβαια, δεν έχει πιά ευρεία λειτουργική χρησιμότητα όπως οι λατρευτικές εικόνες. Δεν εξυπηρετεί πιά τις δημόσιες τελετές όπως η αρχαία τέχνη. Κάποτε, ακυρώνοντας τόπο και χρόνο και παριστώντας θεούς και αρετές, υπήρξε ίσως, αυτονόητη σχεδία υπερβατικής εμπειρίας ή υψηλού κοινωνικού νοήματος, όταν οι άνθρωποι αναζητούσαν έτσι την ευτυχία. Σήμερα, ως κοινωνία, αναζητούμε την ευτυχία αλλού και η σύγχρονη τέχνη, αντανακλά αυτή την αλλαγή. Η προσήλωση στο εφικτό μας απομακρύνει από το όραμα του αδύνατου, από την προσδοκία της ουτοπίας. Ενώπιον της απουσίας Θεού όλα είναι δυνατά, όλα έχουν μια κάποια αξία, αλλά τίποτε δεν έχει διαρκές νόημα. Αυτό το αμήχανο δίλημμα καταθλίβει την ευτυχία του σύγχρονου κόσμου.

Η αγωνία της ζωγραφικής συνείδησης να κατανοήσει την αναγκαιότητα της τέχνης πέρα από την τεχνική και την άμεση χρησιμότητα της, απαιτεί άλλο πνεύμα και άλλο στοχασμό. Ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ποιητικά τον κόσμο, γεγονός που παραστέκει στη ζωή του χωρίς, βέβαια, να ορίζει ούτε τον κόσμο, ούτε τον άνθρωπο ούτε την ποίηση. Το νόημα ούτε στην τέχνη ορίζεται· μας συνεπαίρνει μόνο χαρισματικά, σαν ποίημα και σαν θαύμα. Στα πιό φωτισμένα έργα της, η ζωγραφική αποκαλύπτεται μορφή πνευματοφόρος. Σαν αντίδωρο στη χειρωνακτική αφοσίωση, μας ανταποδίδεται αχειροποίητο νόημα. Αυτό όμως δεν ακούγεται σαν Ενσάρκωση; Μόνο που εδώ, η ενσάρκωση, αφορά την τέχνη, όχι τη θεολογία.

Μήπως όμως το πρόβλημα είναι κοινό; Αναφύεται θεμελιώδες το ερώτημα. Αν όντως το εκ της σαρκός εστί σαρξ και το εκ του πνεύματος πνεύμα, πως τελείται η ενσάρκωση; Ως εικονολατρεία του σώματος ή ως εικονολατρεία του πνεύματος; Η εικονόφιλη θέση στηρίζεται στην πεποίθηση της Eνσάρκωσης. Αλλά, οι αρχαίοι Έλληνες, που δεν υπήρξαν μάρτυρες της Eνσάρκωσης, την ερμήνευσαν πειστικά και με μεγαλύτερη βεβαιότητα από τους αγιογράφους των εικόνων, παρ’ όλη τη θεολογία τους. Aνάμεσα σε μιά αττική επιτύμβια στήλη και μια λεία στιλβωτή εικόνα, πού έχει άραγε αποδοθεί καλύτερα η εγκατοίκηση της θεότητας στα σώματα;

Από παλιά, οι άνθρωποι (οι πόλεις) ονομάζουν και παριστούν θεούς και ήρωες. H πλαστική αναπαράσταση των θεών εξαρτάται απ’ την αντίληψη που έχει γι’ αυτούς η πόλη. H Eλλάδα, όπως πρίν απ’ αυτήν η Aίγυπτος και η Mεσοποταμία, έδινε μορφή στους θεούς της. Εδώ δεν είναι ο Θεός που δημιούργησε τον κόσμο. Eίναι ο κόσμος που παρήγαγε τους θεούς. “Aπ’ το Xάος γεννήθηκαν το Έρεβος κι η μαύρη Nύχτα, κι από το σμίξιμό τους, γεννήθηκαν ο Aιθέρας και η Mέρα. Σ’ αυτήν την κατάσταση αθωότητας, όπου η ελληνική θρησκευτική τέχνη πορεύεται προς την τελείωσή της, ένα τμήμα εξίσου θρησκευτικό του ελληνισμού, η φιλοσοφία, αρχίζει να συλλογίζεται πάνω στην αναπαράσταση, να μετρά τη συμφωνία ή τη διαφωνία της με την ιδέα που είχαν οι πολίτες γιά το θείο και τις αποδεκτές μορφές αναπαράστασής του. Έτσι, ξεκινώντας απ’ τη φιλοσοφία, ανοίγεται ένας κύκλος εικονοκλαστικού στοχασμού.

Από την τερατόμορφη μυθολογία, περνάμε με τον Όμηρο σε μια ανθρωπομορφική αντίληψη της θεότητας, και από την φυσική αντίληψη των προσωκρατικών φτάνουμε στην εμβάθυνση ή την εξύψωση, του Πλάτωνα, που θέτει όρους για την κοινωνική αναγκαιότητα της τέχνης. Οι επίγονοι, καταθέτουν δύο αντιτιθέμενες προσταγές, ότι το βλέμμα πρέπει να στρέφεται προς τη θεότητα, καθώς αυτή μόνο αξίζει τον κόπο να ατενίζεται κι ότι το να την αναπαριστάς είναι μάταιο, βέβηλο, ανόητο. Τότε όμως δεν καταστάφηκαν οι εικόνες. H φιλοσοφία δεν υπήρξε ομόφωνη, ήταν άλλωστε εκλεκτικό κίνημα, δεν ασκούσε τέτοια επιρροή στη ζωή της πόλης. Έτσι η πόλη συνέχιζε να παράγει εικόνες θεόμορφων ανθρώπων και ανθρωπόμορφων θεών. H ενσάρκωση ή μάλλον, η εγκατοίκηση, του θείου μέσα στην ανθρώπινη μορφή ευδοκίμησε με μοναδικό τρόπο στην ελληνική τέχνη. O καλλιτέχνης είναι ο μεσάζων, ιερουργός-δημιουργός, ο ιερέας κι ο θεολόγος. Το έργο είναι το μυστήριο αυτής της μεσολάβησης, η επιφάνεια του θεού που μοιράζεται με τους ανθρώπους τον ίδιο κόσμο και ο καλλιτέχνης είναι το όργανο της πόλης που μορφοποιεί αυτήν την κοινή πεποίθεση. Aυτή η τέλεια στιγμή, που την έχουν νοσταλγήσει όλες σχεδόν οι μεταγενέστερες εποχές, δεν διαρκεί πολύ. Η παρθενώνια τέχνη πάγωσε ήδη στον 4ο αιώνα, και παρότι επαναλαμβάνεται, αντιγραφόμενη ασταμάτητα καθ’ όλη τη διάρκεια του ελληνιστικού και του ρωμαϊκού κόσμου, δεν ακμάζει πιά παρά σε κάποιες εξαιρέσεις. Kρίση της πόλης σίγουρα, αλλά επίσης πνευματική κρίση που άπτεται και της ιδέας του σώματος. Ο Φίλιππος ανέθεσε το άγαλμά του μαζί με τους θεούς και επλήγη πάραυτα θανάσιμα. Με τον Αλέξανδρο, επιβάλλεται, στην Ελληνιστική πιά οικουμένη του, η λατρευτική εικόνα του μονάρχη. Η παράδοση αυτή θα συνεχιστεί και στη Ρωμαϊκή εποχή με την πανταχού παρούσα εικόνα του αυτοκράτορα.

Η έπαρση και η ύβρις δεν θεώνουν τον ανθρώπο τον αποξενώνουν από το θείο. Στην πολυεθνική οικουμένη το ανθρώπινο σώμα ξαναγίνεται φθαρτό, υπόκειται στον θάνατο, στη γήρανση, στην κόπωση, στον ύπνο, δεν είναι σώμα αληθινό. Μόνον οι θεοί, όντας αθάνατoι κατέχουν ένα σώμα τελειωμένο, ολόκληρο, οριστικό και αρχέτυπο. Η τέχνη δεν διαπαιδαγωγεί πια τους πολίτες στην αρετή και το κάλλος, εξαπλώνεται παντού και διακοσμεί εξίσου δημόσιους χώρους και ιδιωτικές επαύλεις, κατά τις επιθυμίες της εξουσίας και του χρήματος. Ο Πλίνιος και οι συνκαιρινοί του λόγιοι, περιφρονούν την τέχνη της εποχής τους. Αrs moriens, την αποκαλούν. Θνήσκουσα τέχνη, ξοφλημένη.

Αλλά η ζωγραφική κατέχει ακόμη κάτι μυστικό. Στην Αίγυπτο κάποια “επαρχιακά” νεκρικά πορτραίτα ατενίζουν ήδη με ορθάνοικτα μάτια την αιωνιότητα που προσδοκούν.

Με την εμφάνιση του Χριστού στο Iσραήλ και την κατάκτηση της Aυτοκρατορίας, κι έπειτα του ρωμαϊκού Kράτους, από τη χριστιανική θρησκεία, δύο κόσμοι συναντώνται. Στην Παλαιά Διαθήκη, υπάρχει πάλι η θεμελιώδης αντίθεση. Βεβαιώνεται η ύπαρξη της εικόνας του Θεού (κατ εικόνα και ομοίωσιν του εποιήθη ο άνθρωπος) αλλά επιβάλεται η απόλυτη απαγόρευση της απεικόνισής του. Το ιερό διακοσμείται αλλα δεν εικονίζεται Με αυτή την εβραϊκή παράδοση σχετίζεται και η μουσουλμανική ερμηνεία. Απορρίπτουν και οι δύο τις εικόνες ως ανάξιες του αντικειμένου τους. Στην Καινή Διαθήκη όμως, ο Xριστός, όντας Θεός, είναι κι ένας ορατός άνθρωπος που δηλώνει: “…ει εμέ ήδειτε, και τον Πατέρα μου ήδειτε αν”. Έκτοτε θα δημιουργηθεί μια τεράστια πατερική γραμματολογία, όπου κάποιοι υποδεικνύουν τους λόγους μιάς μελλοντικής εικονοκλασίας, ενώ κάποιοι άλλοι θέτουν τις βάσεις όχι μόνο της εικονοφιλίας, αλλά και μιάς μεταφυσικής ερμηνείας της ιερής και της κοσμικής τέχνης.

Τα επιχειρήματα των εικονοκλαστών, φαίνεται να υπήρξαν μάλλον ισχυρά και ευλογοφανή αφού για να νικηθούν έπρεπε να προσπαθήσουν δύο γενιές θεολόγων, μέσω σφαγών και απίστευτων καταστροφών. Η νίκη των εικόνων, το 843, είναι μάλλον ασταθής συμβιβασμός παρά θρίαμβος. Οι εικόνες επανεγκαθίστανται στους ναούς αλλά δεν είναι πιά οι ίδιες. Η δογματική υπόδειξη της θεοπρέπειας συνοψίζει μια πνευματικότητα αλλά περιορίζει την ελευθερία των ζωγράφων και ο φόβος της παράβασης οδηγεί σε επανάληψη και τυπολατρεία. Κι αν όντως η αγνόηση της προοπτικής ή η αναστροφή των κανόνων της, απέδωσαν εξόχως την πρόθεση πνευματικότητας, η αδιάλλακτη προσκόλληση στην αναστροφή δεν απέδωσε πάντοτε πνευματικότερη ζωγραφική ούτε ευδοκίμησε σε πνευματικότερες κοινωνίες.

Ο πρώτος κύκλος της εικονομαχίας τελειώνει με την προοδευτική εξασθένιση της αρχαίας εικονογραφικής τέχνης και την παγίωση της βυζαντινής τεχνοτροπίας. Οι εικόνες είναι πλέον ιερές κι όχι απλώς ζωγραφικές παραστάσεις αγίων μορφών. Ο κανόνας, βέβαια, αν δεν ασκείται από άξια χέρια και εμπνευσμένα βλέμματα, αποβαίνει πνευματική αναπηρία. Αλλά το καταγωγικό πνεύμα της ζωγραφικής, βαθειά φυλαγμένο ανθεί και ελπίζει. Στους ύστατους κλυδωνισμούς, εκεί που η αυτοκρατορία καταρρέει, πρίν την άλωση, ο βυζαντινός τρόπος θα δώσει τα αριστουργήματά του, χωρώντας και τη χώρα των ζώντων μέσα στην χώρα του αχώρητου. Με αυτή την ύστερη λάμψη [στη μονή της Χώρας, στο Πρωτάτο], ανοίγει ο δρόμος για την μεγάλη Αναγέννηση, σε άλλον τόπο πιά και με άλλους όρους.

Η καθολική εκκλησία, μετριοπαθέστερη στην μεταφυσική αντίληψη της εικόνας, δεν την θεωρεί ούτε απάτη όπως ο Πλάτωνας, ούτε είδωλο όπως η αποφατική Ανατολή, ούτε βέβαια μάταιη και άχρηστη. Αντίθετα, εκμεταλλευόμενη την ικανότητα της εικόνας να επιβάλεται και να εξάπτει την ευσέβεια, την χρησιμοποιεί ευρύτατα στο ποιμαντικό της έργο. Με αυτήν θα ανακαινίσει οριστικά τον Ευρωπαικό πολιτισμό και θα λάμψει η τέχνη της σ’ όλον τον κόσμο. Αλλά κι αυτόν τον θρίαμβο της Αναγέννησης θα τον υποσκάψουν πάλι θεολόγοι και φιλόσοφοι, ανοίγοντας έναν δεύτερο κύκλο εικονομαχίας. Ο Καλβίνος, ο Πασκάλ, ο Καντ, ο Χέγγελ, που ξεκαθαρίζει οριστικά αυτός, ότι “η σκέψη έπαψε να αναγνωρίζει στην τέχνη την λειτουργία της αισθητής αναπαράστασης του θείου”.

Οι καιροί αλλάζουν. Ορίζοντες νέοι και πολλαπλάσιες ευκαιρίες ανοίγονται. Απροσδιόριστες ακόμη οι σκιές που ξεπετάγονται από παντού βιαστικές και ανατρεπτικές στο σύθαμπο της αυγής των Νέων Χρόνων. Ταράζουν την αυτάρκεια των παραδεδομένων αρχών και διεκδικούν αλλαγές προς κάθε κατεύθυνση. Νέες και όλο νεώτερες ιδεολογίες και τάσεις μπερδεύουν τη θρησκευτική και την κοσμική αντίληψη, μυστηριώδεις εθνικές και διεθνικές αλχημείες οραματίζονται την πρόοδο και το μέλλον ως αειφόρο ανάπτυξη. Οι μάζες των λαών καλπάζουν στο προσκήνιο της ιστορίας. Επωάζονται κι εφευρίσκονται -ισμοί και ολοκληρωτισμοί. Όλα πληθύνονται. Ακόμη κι ο εικονοκλαστικός στοχασμός, αυτή τη φορά, δεν καταστρέφει εικόνες, τις πολλαπλασιάζει και τις διασπάει σε τάσεις, ρεύματα και ατομικότητες. Μανιφέστα και έργα παντού.

Η τέχνη και ο στοχασμός του ανθρώπου έρχονται σχεδόν πάντα με ανατροπές και επιμειξίες. Ονόματα και χρήσεις αλλάζουν εύκολα, οι ουσίες είναι που δυσκολεύονται στις αλλαγές. Παλιότερα, πρίν τα ζητούμενα της τέχνης υποκατασταθούν από ρυθμούς και αρμονίες, μιλούσαμε γιά επιφάνεια θεοτήτων, ηρώων ή αγίων σε αγάλματα ή εικόνες, γιά παράσταση (και προσκύνηση) της αρετής και του κάλλους. Σε εποχές κορεσμένες από την κενότητα αισθητικών αναλύσεων, αναζητούσαμε πάλι νόημα πέραν της τεχνικής και της διακόσμησης, στον συμβολισμό, στον ρομαντισμό, στην έκφραση του καλλιτέχνη ή στην καθαρή ανάγκη του ανθρώπου να δημιουργεί, στον πρωτογονισμό, τον φουτουρισμό, στην αφαίρεση, στο ανεικονικό. Όταν ο Μάλεβιτς εξέθετε το μαύρο του τετράγωνο ψηλά, στην κόκκινη γωνία, που υποκατέστησε το εικονοστάσι με την οκτωβριανή επανάσταση, έγραφε “Ο Θεός δεν εξέπεσε”. Ενώπιον όμως της προφανούς απουσίας του θεού στη νεωτερική σκέψη, δεν μπορούσε να παραστήσει την ανάγκη του, παρά με το ορθογωνισμένο σκότος της αγνωσίας. Αρνούμενος την εκκλησία ως ανίκανη να εκπροσωπήσει τον Θεό και τη μορφή ως ανίκανη να εκφράσει το απόλυτο, ξανάβρισκε, εν αγνοία του ίσως, το κλασσικό επιχείρημα της εικονοκλασίας.

Η απόπειρα κατά της μορφής, η ρήξη με το “αντικείμενο”, έχουν χαράξει μιά τομή ανεπούλωτη. Αλλά και όλες οι απόπειρες, οι ρήξεις, οι -ισμοί και οι αποδομήσεις, όλο και πιό γρήγορα παρασύρονται, παρά τη θέλησή τους, προς έναν απύθμενο καταρράχτη συνεχών ακυρώσεων.

Στη σύγχρονη εποχή, η εικόνα, χειραφετούμενη από το πρωτότυπο, γίνεται πρωτότυπο η ίδια. Aπαλλαγμένη από την υποχρέωση να λειτουργεί σαν αναπαράσταση και να συνδιαλέγεται με τη φύση ή με τη θεότητα, η απόλυτη πλέον εικόνα, εικονική ή όχι, προτείνεται ως αντικείμενο λατρείας και δοξάζεται στα μουσεία, όπου συνευρισκόμαστε για να καταναλώσουμε την αυθεντικότητα του καλλιτέχνη, και όχι μόνο τα έργα του, αλλά και την ανάπτυξη του εαυτού του ως έργου.

Τελευταία, συναινούμε αδιάφορα σε όλα και κλεινόμαστε όλο και πιό πολύ στην μόνωση της τεχνητής πραγματικότητας. Εξoφλούμε τις αξίες μας στο παρόν, δεν απολογούμαστε πιά στην αιωνιότητα. Η νομιμοποίηση της ατομιστικής αυθαιρεσίας του καλλιτέχνη έχει υποκαταστήσει τη συνείδηση κοινότητας, παγιδεύοντας την τέχνη σε αυτοεγκλεισμό και στερώντας από συλλογικό νόημα την όποια ανώτερη ουσία θα μπορούσε να προσεγγίσει

Το πρόβλημα της αναπαράστασης, γιά όσους ακόμη αγωνιούν, παραμένει λόγιο, όπως ήταν πάντα, άλλωστε. Παλίμψηστα τα ερωτήματα. Είναι άδειο το σκοτάδι; Τι βλέπουμε στο φως; Είναι η αναπαράσταση, παράσταση της στάσης μιάς υπόστασης; Είναι η επιφάνεια, προφάνεια του αφανούς; Τι είναι προφανές και πώς παρίσταται; Μπορεί ο ανθρώπος να παραστήσει και κάτι πέραν του προφανούς, να εικονίσει το απόλυτο; Παρίσταται και ως εικόνα ή είναι μόνον έννοια ο Θεός; Έχει και πρόσωπο ή μόνο νόημα η αρετή; Είναι σώμα ή σήμα το όν; Είναι τούτου ή άλλου κόσμου το πνεύμα που εμψυχώνει την ύλη του ανθρώπου; Διαβαίνει επί το πρότυπον η προσκύνησις ή μένει επί της εικόνος; Ενέχει και πνεύμα ή είναι απλώς διακοσμητική η τέχνη; Κινητοποιεί ή αποχαυνώνει; Συντηρεί το κατεστημένο ή ανατρέπει την αντίληψη του κόσμου; Είναι μοχλός εκπολιτισμού ή εργαλείο χειραγώγησης; Σχεδία διαφυγής ή κεντρομόλος συσσώρευση; Ποιά τέχνη κάνει το ένα ποιά το άλλο; Ποιά εξυπηρετεί και ποιόν σκοπό, τίνος;