Τι γυρεύω τώρα, πάλι στα στενά; Δαγκώθηκα όταν είδα τις φωτογραφίες από την οδό Κλεάνθη Χριστοφίδη. Δεν ήταν ακριβώς οι φωτογραφίες που έβλεπα. Έβλεπα όρθια ακόμη την τρομαγμένη μυρωδιά της παρατημένης ζωής, τα απολιθωμένα αγγίγματα. Ζωντανές πέτρες, ασήκωτες πατρίδες. Το άλλοτε σώμα της πόλης, παραμεθόριος πιά, γεμάτο ανεπαίσθητους ακρίτες στεναγμούς. Τα ακροδάχτυλα, η αφή της κοινότητας. Ο νόστος και η τύψη. Αλλά ο ουρανός γαλάζιος και φωτεινά, ολόλευκα τα σύννεφα. Εδώ, στο χαράκωμα, όλα είναι αθάνατα. Και τα ζωντανά και τα πεθαμένα.
Αυτή τη χαρακιά έχω στο νού μου και τον γαλανόλευκο ουρανό πάνω της.
Όσο δυνατότερος ο ήλιος, τόσο σκοτεινότερες, μαύρες μπροστά του, οι σκιές μας.
Λίγες μέρες αργότερα μου έστειλε ο Τάσος και φωτογραφίες από τον διπλανό δρόμο, συστυλωμένον με αντιρίδες, να προλάβουν την κατάρρευση. “Οδός ελευθερίας”. Ανάστροφος ο τίτλος για την έκθεση. Στην εποχή της λήθης, να θυμάται. Θα κατέβω λοιπόν να ανάψω ένα κεράκι, απ’ τη φλογίτσα που τσιρίζει στις κλειδώσεις … για την ανάγκη μας, που όνομα δεν έχει.
Τάσος Α. Γκέκας, το Γραφείο, Πράσινη Γραμμή, Λευκωσία

Στα πλαίσια μιας πολυετούς και πεισματικής πνευματικής αναζήτησης στο χώρο της ελληνικής τέχνης και γραμματείας, ο ζωγράφος Χρήστος Μποκόρος φαίνεται να κερδίζει με «απλά» θέματα και γήινα, ζεστά υλικά μια σημαντική μάχη. Βρήκε σιωπηρά ένα λακωνικό και σπουδαίο τρόπο να απογυμνώνει ορισμένα σύμβολά, τα δικά του «σήματα», να τα απομονώνει από οτιδήποτε αχρείαστο και περιττό και να προσελκύει το ενδιαφέρον της κοινότητας προς αυτά φανερώνοντάς τα κεκαθαρμένα, αναστάσιμα και φλογερά.Με την παρουσίαση της σειράς  ζωγραφικών έργων που φέρουν τον τίτλο «ΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ» ο Μποκόρος επιχειρεί μια απευθείας συνομιλία τών «σημάτων» αυτών με  χώρους, κτίρια και δρόμους που γειτνιάζουν ή καταλήγουν στην πράσινη γραμμή της Λευκωσίας.  Πολλά από αυτά τα κτίρια έχουν υποστεί βλάβη και φθορά. Θα έλεγε κανείς ότι αποτελούν με τη σειρά τους μια δεύτερη ρωγμή κοντά σε εκείνη της πράσινης γραμμής που διαχωρίζει την πολιτεία. Ανάμεσα σε αυτά τα χαρακώματα, λοιπόν, ο ζωγράφος εγκαθιστά, φυτεύει, τη δική του «ΟΔΟ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ» με την ελπίδα πως θα χαρίσει νέους καρπούς και χαρμόσυνες δονήσεις στο κέντο της πόλης – συμμαχώντας αθόρυβα και ειλικρινά με όλες τις  εγχώριες  αναζωογονητικές δυνάμεις.

Οι φλόγες του Μποκόρου, μικροί, γνήσιοι  φορείς της ρωμιοσύνης, των καημών και των αναζητήσεών, της, ζεσταίνουν με τον  τρόπο τους  ένα  ζωτικό κομμάτι της Πόλης Εντός των Τειχών. Συνομιλώντας, ο ζωγράφος, άμεσα με χώρους και σημεία που παραμένουν κοιτίδες του ελληνισμού, αναζωπυρώνει κέντρα ενδιαφέροντος στην καρδιά της πρωτεύουσας. Όσο ο Μποκόρος σπέρνει αυτά τα ατίθασα ζωγραφικά «σήματα» σε «παραμεθόρια» σημεία, στις χαραγματιές της παλιάς Λευκωσίας – τόσο μας υπενθυμίζει ότι τα ακριτικά μέρη του τόπου μας, τα ίδια τα άκρα της πολιτείας μας, όταν φωτίζονται επαρκώς, αναδεικνύονται απαστράπτοντα, περιφρούρητα  και ζωντανά.