1821 / δυο αιώνες μετά

 

πορτραίτο αγγελικό του Σολωμού,

δαιμονισμένο, σκοτεινό του Καραϊσκάκη

και μια θλιμμένη δόξα, μαυροφόρα,

αόρατη σύναξη αφανών ηρώων,

σ’ένα μακρύ τραπέζι πι στρωμένο, λεκιασμένο,

που αντί κεράσματα, ποτά και φαγητά,

έχει αφημένα πάνω του μνημόσυνα αναθήματα,

σημάδια του καιρού, ερημιά

και στην κορ’φή εν’ αρνάκι

να μας κοιτάει κατάματα

_____________________

 

έξω, απέναντι απ’ την είσοδο της αίθουσας, 11 ξύλα οριζόντια ντυμένα με πανιά, μεγάλη γαλανόλευκη η σημαία, διαρρηγμένη από κόκκινα φωτεινά χρυσά, μια αυλή έχω στο νού μου μ΄ασβέστη και λουλάκι, ηλιόλουστη κι όλα ανθισμένα, χαρά Θεού

μπαίνοντας στον στενεμένο διάδρομο ν’ απλώνεται στους τρεις τοίχους, ζωφόρος, η γιορτή,

μακρύ τραπέζι σε σχήμα πι, φτιαγμένο σαν από πολλά μικρότερα, άνισα μεταξύ τους,

σκεπασμένα με τραπεζομάντηλα κυρίως λευκά αλλά όχι ίδια, πολυκαιρισμένα, λερωμένα πιά,

σαν να ‘χε φέρει καθένας το δικό του, οι φίλοι, οι συγγενείς, η γειτονιά, η πατρίδα όλη…

στο βάθος της αίθουσας ψηλά, πάνω απ’ την κεφαλή του τραπεζιού, μια χαροκαμμένη που άφησε πίσω το καλό της φόρεμα φθαρμένο, ξεφτισμένο, πρασινογάλανο και χρυσοκεντημένο, ξέφτια λιωμένα απ’ τον καιρό και τον κρυμμένο πόνο το μάζεψα και το ‘στρωσα για κάμπο, να βγαίνει εκείνη ξέπλεκη μέσα του μαυροφόρα με μάτια στο κενό στραμμένα κι η αγκαλιά της όλο δαφνόφυλλα και στεναγμούς αλάλητους να ραίνει από ψηλά δάφνες κι ανθούς το άδειο κενό, τη λεκιασμένην ερημιά μπροστά της.

δόξα μονάχη, νεαρή,

η γιαγιά μου η Πιπίνα, που ποτέ δεν είδα ζωντανή αλλά μόνο καλά άκουγα γι’ αυτή.

 

Εγώ ’δα δάφνες.

Κι εγώ φως·

Κι εγώ σ’ φωτιά μιαν όμορφη π’ αστράφταν τα μαλλιά της.

(ΔΣ απ’ τα σπαράγματα των Ελεύθερων Πολιορκημένων)

 

πιό χαμηλα μπροστά της το τραπέζι,

μακρύ, σε σχήμα πι σαν αγκαλιά ανοιγμένη,

να μας χωράει όλους στο κενό που μένει,

στις θέσεις των ηρώων αγριολούλουδα,

λεμονανθοί, δαφνόφυλλα, μυρτιές, βασιλικούδια, ‘λιόκλαδα, θυμαράκια… ότι βρεθεί

ένα-δυό σπουργιτάκια ανάμεσα τσιμπολογάνε ρόγες δαφνοκούκουτσα,

[έτσι σκεφτόμουν στην αρχή, τους είχα πεθαμένους,

μετά είπα να’ναι μοναχά δαφνόφυλλα, της δόξας,

κι αυτά λίγα και αραιοσκορπισμένα,

να νιώθεις εκεί ανάμεσα ότι κάτι λείπει]

το αρνάκι όρθιο στην κορυφή του τραπεζιού,

μπαίνει διστακτικό από δεξιά και μας κοιτά,

κάπου απεναντί του το μαχαίρι,

φονικό, σημάδι του ξεσηκωμού και της θυσίας

και πίσω, για να τους βλέπεις βγαίνοντας, στο βάθος απ’τις κόγχες,

σαν τα ‘κονίσματα ψηλά,

ο αρματολός κι ο κόντες

 

Ο Γιώργης Καραϊσκάκης, διερχόμενος όσες σκοτεινές ατραπούς τον ανάγκασαν οι ‘ματωμένες κι άστατες δυσκολίες του ασήκωτου καιρού του, ρωτώντας τον πούτζον του και βαρώντας κατά πως του’κοβε τουμπερλέκια και τρουμπέτες, κατέλειπε στην καταχνιά της ιστορίας φως ανεξέλεγκτο αντίστασης κι ελευθερίας…

Ο ανελλήνιστος εθνικός μας ποιητής, Διονύσιος Σολωμός, μάζευε μεροκάματο τις ομιλίες π’ άκουγε γύρω του κι οικονομούσε λέξεις ν’ αρθρώσει γλώσσα ικανή να πει η ψυχή την αγωνία του αγώνα και τη λαχτάρα, κατέλειπε σπαράγματα πόθου και πόνου αβάσταγου. Δεν είχε, λέει, άλλο στον νου του πάρεξ ελευθερία και γλώσσα…

Πολέμαρχος και ποιητής, σύμβολα αμφότεροι λαμπρά της έγνοιας και του κόπου πολλών άλλων αφανών, πήρανε πάνω τους την ευθύνη ανάστασης του γένους, την κάναν έργο και μείνανε σποράκια φωτεινά στις ερημιές να μας ανοιγοκλείνουν που και που το μάτι σ’ απόμερα περάσματα ελευθερίας του νου, κρατήματα ψυχής ορθής στην κόψη της ζωής και του θανάτου…

ο γυιός της καλογριάς κι ο γυιός της παραδουλεύτρας

Αυτό να ‘ναι όλο.

ολίγο φως και μακρυνό σε μέγα σκότος κι έρμο

(ΔΣ απ’ τα σπαράγματα των Ελεύθερων Πολιορκημένων)

______________________________________

 

Όταν πρωτάρχισα να δουλεύω γι αυτήν την έκθεση είχε κατασταλάξει στον νου μου αυτή η ιδέα -καθαρή και ολοκληρωμένη νόμιζα- αλλά το έργο ούτε αρχή ούτε τέλος έχει, ακόμα γίνεται, κουβάρι μπερδεμένο που όλο λύνεται και όλο κόμπους συναντώ, άλλη κλωστή τραβάω κι άλλη βγαίνει, τους πλέκω κομποσκοίνι, ν’ αναμετρώ το έχειν μου με την κοινή μας μοίρα, μα ούτε λογαριασμός σωστός ούτε και άκρη βγαίνει, κυκλοτερό το μπέρδεμα, πάντα σε αρχή με φέρνει, και με το λίγο και με το πολύ, το νόημα ίδιο μένει. Ελευθερία ή θάνατος… κι η απόφαση στην κόψη του σπαθιού την τρομερή προσμένει.

Έξω, μεγάλη γαλανόλευκη η σημαία, διαρρηγμένη από κόκκινα φωτεινά χρυσά, μια αυλή στο νού μου μ΄ασβέστη και λουλάκι, ηλιόλουστη κι όλα ανθισμένα, χαρά Θεού. Πίσω είναι ο θάνατος.

Μπαίνοντας τοίχος μπροστά μας, ακουμπησμένο πάνω του φως και σκοτάδι ζωγραφισμένα σε λινά πανιά, και καλαμένια χτένια απ’ αργαλειό. Και η ζωγραφική και η ζωή, φως και σκοτάδι πλέκουνε κι υφαίνουν Ιστορία.

Αριστερά, ένα σκαφτό μικρούλι ξύλο χρυσοστιλβωμένο για το φως και δεξιά ένα άλλο μαύρο, κατάμαυρο για το σκοτάδι. Απ’ όπου θες διαλέγεις να ξεφύγεις προς τα ‘μπρός.

Πιό πέρα μετά το χρυσό, μια καταφθίμενη σκιά κι απέναντί της κόκκινο για το αίμα. Εγκόλπιο μνημείο των αφανών.

Πίσω απ’ το φως και το σκοτάδι ο αρματολός κι ο κόντες

Ο Γιώργης Καραϊσκάκης, διερχόμενος όσες σκοτεινές ατραπούς τον ανάγκασαν οι ‘ματωμένες κι άστατες δυσκολίες του ασήκωτου καιρού του, ρωτώντας τον πούτζον του και βαρώντας κατά πως του’κοβε τουμπερλέκια και τρουμπέτες, κατέλειπε στην καταχνιά της ιστορίας φως ανεξέλεγκτο αντίστασης κι ελευθερίας…

Ο ανελλήνιστος εθνικός μας ποιητής, Διονύσιος Σολωμός, μάζευε μεροκάματο τις ομιλίες π’ άκουγε γύρω του κι οικονομούσε λέξεις ν’ αρθρώσει γλώσσα ικανή να πει η ψυχή την αγωνία του αγώνα και τη λαχτάρα, κατέλειπε σπαράγματα πόθου και πόνου αβάσταγου. Δεν είχε, λέει, άλλο στον νου του πάρεξ ελευθερία και γλώσσα…

Πολέμαρχος και ποιητής, σύμβολα αμφότεροι λαμπρά της έγνοιας και του κόπου πολλών άλλων αφανών, πήρανε πάνω τους την ευθύνη ανάστασης του γένους, την κάναν έργο και μείνανε σποράκια φωτεινά στις ερημιές να μας ανοιγοκλείνουν που και που το μάτι σ’ απόμερα περάσματα ελευθερίας του νου, κρατήματα ψυχής ορθής στην κόψη της ζωής και του θανάτου…

ο γυιός της καλογριάς κι ο γυιός της παραδουλεύτρας

δυο σειρές με πρόσωπα του ποιητή και του πολεμιστή, μπροστά μια πόρτα ανοιχτή σε χώρο φωτισμένο.

Σε προϋπαντούνε οι δυο σκιές, ο αρματωλός κι ο κόντες.

Στο βάθος ανάμεσα απ’ τις σκιές που παραστέκουν, το πέρασμα για τη γιορτή,

μαυροφόρα δόξα μοναχή ψηλά ραίνει δαφνόφυλλα μπροστά της τα λεκιασμένα υφάσματα απ’ τα τραπέζια της γιορτής.