Ικρίωμα για μια κουκκίδα φως

Τί κάνουμε με τον Κάφκα; Μπαίνουμε, αρπαγμένοι απ’ τη γοητεία της γραφής του, στον ίλιγγο της αγωνίας. Κάτι δικό μας λέει. Συνειδητό ή ασυνείδητο, τί σημασία; Ο φόβος της ζωής κι ο φόβος του θανάτου, ίδια. Φόβος. Και πού να κρυφτείς; Να δραπετεύσεις προσπαθείς αλλ’ από πού και πού να πας; Ανήφορος, κατήφορος, ο ίδιος δρόμος. Μετέωρη η τέχνη – κι η ζωή – σε πειρασμούς διαφυγής, μα όλο γυρνά στο κέντρο, μονάχα εκεί μπορεί να κρατηθεί, μόνον εκεί κρεμιέται να σωθεί, αλλιώς τί νόημα θα ’χε η σωτηρία και προς τί; Φαντάζει εύκολη πτήση η πτώση στο κενό, ελκυστική η μελαγχολία, δέλεαρ το τίποτα του σκότους, η διαφυγή ακροβατεί στο χείλος της αβύσσου, κι ας λάμπει επί παντός ο ήλιος, κι ας δείχνουν δρόμους φωτεινούς τ’ άστρα στη θαμπή νύχτα, κι ας είναι χάρισμα η ζωή, κι ας ειν’ ορθάνοιχτες οι σκοτεινές οδοί του παραδείσου. Μία κουκκίδα φως αρκεί να φτιάξει δρόμο προς τα ’κει.

Είχα μαζέψει κάτι παλιόξυλα από ένα γκρεμίδι εδώ κοντά, τα είχε σακατέψει ο χρόνος κι ο καιρός, τα περιποιήθηκα και γιατροπορεμένα, σκαρώσανε μια ορθογώνια σκαλωσιά, ένα πηγάδι ζοφερό διακριτικά καλλωπισμένο -πώς ν’ αρνηθείς την ομορφιά;- κι εκεί βαθιά όσο προχωράς όλο μακραίνει λαμπερή μια τόση δα σπιθίτσα, μιά κουκκίδα φως, ο δρόμος κακοπαθημένος, σκοτεινός, κάτι υπολείμματα χρωματιστά πανιά οι χαρές, σκόρπια τριανταφυλλάκια οι ηδονές, ακατανόητα ίχνη μελανά η ερημιά, αδιάγνωστες μεταμορφώσεις του ίδιου ή του άλλου, αδιάφορο, και να τα ξεχωρίσεις, πάλι όλα θα ναι ένα, κι εμείς είμαστε ακόμα εδώ, με αγιάτρευτη μαζί μας θεραπεία την ελπίδα.

 

Ο Κ. ή ο συλλογικός τρόμος του ατομικού