
Παλίμψηστα
Τόποι παλίμψηστοι συντροφεύουν το βλέμμα μου από παιδί. Σ’ αυτά εδώ τα μέρη μεγάλωνα. Όλο φεύγω μακριά κι όλο εδώ γυροφέρνει ο νους μου, στα περίχωρα της γενέτειρας πόλης. Τα ‘χω περπατήσει παιδί αυτά τα μέρη. Μου μάθαινε ο πατέρας ιστορίες κι ονόματα, ζωντανά μυστικά ξεχασμένα αιώνων, ήρωες, μύθους κι ερείπια τεκμήρια πόλεων κι ανθρώπων. Είδα τείχη κυκλώπεια, θραύσματα αρχαία, σπαράγματα, τοίχους ολόγραφους, χαραγμένες πέτρες, ανάγλυφα, μνημεία γνωστά κι άλλα αδιάγνωστα, περπάτησα αλλοτινά μονοπάτια, ανοιγόταν ο τόπος κι ο νους πλανεμένος σ’ απέραντα ύψη και βάθη. Έχει βαθύ παρελθόν κάθε μέλλον.
Χρόνια ζωγράφιζα. Τελευταία βλέπω στην ύλη την ίδια το νόημα, την εικόνα στο σώμα του ίχνους, εκεί ανατέλλει το πνεύμα, η σάρκα ομολογεί ζωντανή το μυστικό και το ανομολόγητο βίωμα. Όλο και πιο απλό φαντάζει, να! θα τ’ αγγίξεις, λες, μα όταν πας να πεις τ’ όνομά του διστάζεις, άλαλος, το ‘χεις ήδη ξεχάσει, ποιο όνομα; Ποια ανάγκη; Όλα μαζί ένα νόημα κι όλο πιο δύσκολο να το εννοήσεις. Όσο πλησιάζεις επιδεινώνεται η απόσταση. Ο νόστος γλυκαγκαθιά, σε ξεγελάει, μπερδεύει λέξεις, νοήματα, τόπους κι αισθήματα, επιθυμίες κι ιδέες, σε πικραίνει γλυκιά η ανάμνηση, σ’ αναπαύει η λήθη, νομίζεις, αλλά εκεί ο καημός, αναπόδραστος, η ζωή αυτοπροσώπως κι άλλον τρόπο δεν έχεις. Όλα αυτά είναι το βιός σου. Η δική σου ιστορία. Το καταδικό σου το πρόσωπο, είπα. Ξύλα παλιά, φθαρμένα πανιά, σίδερα σκουριασμένα και χρώματα, να μιλήσουν από μόνα τους, το κοινό μυστικό, προσδοκώ, να μας πουν, τ’αγγιγμένο, πουλάκια που ήρθαν, λαλήσαν, πετάξαν και φύγανε, να ξανάρθουν αλλιώς, εν ετέρα μορφή, μια καινή παρουσία, πολύτιμη. Πάντα ‘ρει αλλά το άγγιγμα μένει, είν’ εδώ. Η υφή του καιρού, ο λεκές, το σημάδι, το σώμα, μια άυλη φλόγα. Ομολογία φωτός στο κενό και το τίποτε. Σήμα και πέρασμα κι οδός. Κι όλο στο δρόμο είμαστε, περαστικοί, το φως απόρθητο, δεν είναι κανενός.
Το Φετιχιέ στην Ναύπακτο δεν έχει μιναρέ, στη θέση του μια τρύπα μαύρη κι έξω στον κήπο μια λεμονιά γεμάτη κίτρινα λεμόνια, λαμπερά. Ανέβαινα παιδί στον μιναρέ του Ζαπαντιού, ερείπιο αυτός χωρίς τζαμί, όρθιος στα καπνοχώραφα -είχαμε μια μάντρα καπνοφυτεμένη εκεί. Φοιτητής στην Κομοτηνή έμενα απέναντι απ’ το Εσκί τζαμί, έβλεπα τον μουεζίνη ν’ ανεβαίνει στο μπαλκόνι του κι άκουγα απ’ το δικό μου, ζωντανό, μπροστά στα μάτια μου το μπιρ αλλάχ. Ο παππούς κι η γιαγιά απ’ τη μάνα μου ήρθανε πρόσφυγες απ’ την Ανατολή, Ερένκιοϊ Τσανάκκαλε, Οφρύνιο Τρωάδος. Κι εκεί κι εδώ άλλα ονόματα ηχούν στους ίδιους τόπους. Ξεπετσωμένοι τώρα οι τοίχοι, δίχως σοβά, πέτρα αρμολογημένη, ξυλοδεσιές, τόξα κι αψίδες, παράθυρα ανοιχτά στη μια πλευρά, βλέπουν το φως στον κήπο, τα απέναντι τυφλά, χτισμένα, σφαλισμένα και πάνω ο θόλος μια αγκαλιά, μια σκέπη, ναός και τάφος και θεός. Χτίσαν μπροστά του αποθήκη οι Βενετοί και φύλαγαν τ’ αλάτι. Να ‘ταν της θάλασσας το υπόλειμμα ή άραγε της Ιστορίας το δάκρυ; Παλίμψηστοι οι τόποι και οι μνήμες αξεδιάλυτες, παλίμψηστα και τα έργα που έφερα εδώ να σταθούνε για λίγο.
Καπνισμένο λιβάδι σ’ ένα μετέωρο ύφασμα, κρεμασμένο λινό, αγριολούλουδα καταγής και κεριά, κυπαρίσσι ο καπνός, φωτισμένη μια ελιά απ’ το δικό της καντήλι, μια κλειδαριά μπρος στο φως, μια φωτεινή χαρακιά στο ένα κλεισμένο παράθυρο κι η πόρτα του ουρανού μισάνοιχτη στ’ άλλο, έναστρο σκοτάδι κι ολόχρυσο φως, νεραντζανθοί σκορπισμένοι, ένα κλαδί γιασεμί, μη χαθώ στερημένος το λευκό νυχθημερόν άρωμά τους κι ένα λεμόνι για του κήπου την λεμονιά. Ένα ξύλινο εικονοστάσι δίχως εικόνα μεσ’ στην κόγχη του μιχράμπ, μόνο μια φλόγα να καίει στα σκοτεινά σωθικά του κρυμμένη, μα ακόμα ορατή, πίσω απ’ το λεπτό κουρτινάκι. Ουκ οίδας πόθεν έρχεται το πνεύμα και που υπάγει. Κάθε στιγμή μας τόπος μυστικός. Λείψανο γαλανόλευκο για τ’ αλωνάκι, ένα καραβόξυλο γεμάτο θάλασσα, της ναυμαχίας, κι άλλα έργα μικρά από πάνω, φωτεινά, σκοτεινά, κρεμασμένα ψηλά, στο σκοτάδι να λάμπουν κεριά, ν’ αστράφτουνε χρώματα, άστρα και φλόγες. Τέλος κι αρχή, η κλίνη κοινή, σεντόνι λευκό, προσόψιο, σαπούνι, ένας καθρέφτης θαμπός ν’ αναγνωρίσουμε το πρόσωπό μας, να ιδωθούμε ευπρεπείς, καθαροί, ενώπιος ενωπίω, στο κοινό που μας σώζει και μας συνέχει φωτεινούς στον αιώνα, εν δόξη.
Χρήστος Μποκόρος













