
: : Δυο κεριά μεσοπέλαγα
Του Μάνου Ελευθερίου και του Μιχάλη Μακρουλάκη
Να, σαν μεθαύριο, πάνε οχτώ χρόνια που έφυγε ο Μάνος για την άλλη μεριά του φεγγαριού, εκείνη που δεν βλέπουμε. Εγώ θα πάω από καρδιά, μου ‘λεγε χαμηλογελώντας. Μου βάλαν ένα μηχανάκι αλλά τι να σου κάνουν και τα μηχανάκια όταν έχεις ευαίσθητη καρδιά. Κι έτσι ανεκλήθη. Ανακοπή. Μείναν τα ποιήματα τραγούδια, τα ενθυμήματα, η Συριανή του αγάπη κι η ντροπαλή του θλίψη για όσα ακατόρθωτα δεν καταφέραμε να χαρίσουμε στον τόπο μας και την ψυχή μας. Ειν’ αρρώστια τα τραγούδια, τι θαρρείς; Βρες αγάπες άλλες φως μου να χαρείς.
Μου είχε πει ο Μιχάλης να κάνουμε κάτι για τον Μάνο, όταν έφυγε. Άντε, έλα να κάνουμε μια έκθεση μαζί. Μικρή αλλά ωραία. Κάνε ένα κεράκι εσύ να κάνω κι εγώ ένα λουλουδάκι να τα δείξουμε στην Ερμούπολη που αγάπαγε. Το συμφωνήσαμε, το είπαμε και με τον Αλτουβά, αλλά δεν προλάβαμε. Παραπονιόταν ο Μιχάλης ότι δεν έβλεπαν τα μάτια του όπως παλιά, και πως να υπηρετήσει καθώς πρέπει τη Ζωγραφική που ειν’ αρχόντισσα και τα θέλει όλα δικά της; Μεγάλωνε, έλεγε, και δεν τ’ άντεχε, ήταν από παλιά λάτρης αμετανόητος της ομορφιάς και της νεότητας, γι’ αυτό και κλείστηκε, περήφανος, τον τελευταίο καιρό, αόρατος κι αμίλητος μέχρι που έφυγε κι αυτός.
Έκτοτε, κάθε φορά που ανέβαινε στον Πειραιά ο Γιώργος, επέμενε να κάνουμε την έκθεση και για τους δυο μαζί. Τα προετοίμαζε όλα εκεί. Το καλοκαίρι που έρχεται, μου λέει, γιορτάζουμε την Ερμούπολη, διακόσια χρόνια. Έλα να στήσουμε κάποια έργα σου στην αίθουσα του Βάτη που την αγάπαγαν κι οι δύο. Το είπαμε και στην Ιφιγένεια, αστράψανε τα μάτια της και άνθισε το ωραίο της γέλιο, σαν να το ‘χε στον νου της, ήρθε, διαλέξαμε τα έργα, τη θέση που θα μπούνε, έγραψε τα καλά της λόγια, τ’ ανέλαβε όλα. Ξανάρθε κι ο Γιώργος, φροντιστής επί παντός, να γίνουν όλα καθώς πρέπει. Και να ‘μαστε πάλι στη Σύρο. Με τον Μιχάλη και τον Μάνο συντροφιά στον νου και την καρδιά, αγαπημένες αγκαλιές που ήτανε κάποτε φωλιές, κι είχαν μάτια, κι είχαν στόμα, κι όλο σου μιλούν ακόμα. Σου μιλούν και σου φωνάζουν κι είναι σαν ν’ αναστενάζουν.
Είπε η Ιφιγένεια έναν στίχο απ’ το η ψυχή μας, κάποτε : …ήρθε κάποιος ντυμένος τη θάλασσα… κι έτσι γίνανε η θάλασσα κι ο αγρός, δίπλα στις δυο φλογίτσες του Μάνου και του Μιχάλη. Απέναντι το εικονοστάσι, κεράκια αναμμένα, σωρός, ψυχές που είχαν κάποτε πρόσωπα, σώματα, ζωή, η πόλη, ο τόπος όλος, πατρίδα και μητρίδα, η καταγωγή, η ιστορία, νεύματα οικεία τα σημάδια της, η αιωνιότητα παρούσα, ζωντανή.
Χρήστος Μποκόρος













