
Καλογιάννος ή κοκκινολαίμης, το αηδόνι του χειμώνα, xρώματα λαδιού σε λινό και ξύλο, 53×53 εκ.
…στης λυγαριάς τ’ ολόξερο κλαδί,
του φθινοπώρου φτωχικό παιδί
ο καλογιάννος, πρόσχαρος προβάλλει,
με λόγια σιγανά και ταπεινά,
μικρός προφήτης, φτερωτός, μηνά
την άνοιξη, που θα γυρίσει πάλι.
Ζωγραφίζοντας έναν καλογιάννο, για να ξεγελάσω τη δυσκολία αυτής της χρονιάς, είχα στο μυαλό μου το ποίημα του Γεωργίου Δροσίνη, χειμώνιασε και φεύγουν τα πουλιά,* που δεν το ξέχασα από τα παιδικά μου χρόνια. Δεκαετία του ’60, στο πρώτο δημοτικό σχολείο Αγρινίου, με μάθαιναν γράμματα, ποιήματα και ζωγραφική, ο αδελφός του πατέρα μου, δάσκαλος, Κωνσταντίνος Μποκόρος και η γυναίκα του Γεωργία Παπαγεωργίου, η δασκάλα μου. Το προαύλιο του σχολείου, οι ευκάλυπτοι και οι ακακίες στον περίβολο, οι κήποι και τα λιβάδια ολόγυρα, αντιλαλούσανε ελεύθερα πουλιά και κελαηδήματα…
… Δεν μπόρεσαν να τα ξεκάνουν τόσες σφεντόνες, ‘ξόβεργες, κλουβιά και αεροβόλα. Ακόμα τα θυμάμαι, ποιήματα και πουλιά. Μου παραστέκουνε και δίνουν απρόβλεπτες λύσεις στα ζόρια του μυαλού και της ζωής. Θυμάμαι εκείνη τη χαρούμενη πονηριά του μικρού καλογιάννου, όταν τρύπωσε απαρατήρητος στα φτερά του αετού και την κατάλληλη στιγμή, πέταξε ψηλότερα απ’ αυτόν κι έγινε βασιλιάς των πουλιών, ο μικρούλης. Μας τα ‘λεγε κρυφογελώντας η γιαγιά η Πολυξένη, στο κουζινάκι του προσφυγικού συνοικισμού και μας έδινε άδειες μαξιλαροθήκες, για να ξεπουπουλίσουμε μέσα τους τα πουλιά, πού ‘φερνε ο μικρότερος αδελφός της μάνας μου, Άγγελος Μαργέτος, μέγας κυνηγός τότε, με τα όπλα του και τα σκυλιά του.
Αργότερα, (να είχανε όντως λιγοστέψει τα πουλιά ή μήπως φύγαμε εμείς μακριά τους;) διάβασα το που είναι τα πουλιά * του Γιώργη Παυλόπουλου και άκουσα τη Σύρμω να λέει το πουλάκι * του Θοδωρή του Γκόνη. Τώρα τα κουβαλώ κι αυτά μαζί μου, γυρεύοντας ανοίγματα ουρανού στη συννεφιά, μπουμπούκια φουσκωμένα με κρυμμένη άνοιξη, στα κρύα του χειμώνα. Ακούω τα παιδιά, Θωμά και Στάμο, να φωνάζουνε στη Βίνιανη: Να οι κοκκινολαίμηδες! Έριξα ψίχουλα και ήρθανε! Και μια παπαδίτσα, την είδα, είχε χρυσοπράσινο λαιμό! Με παρασέρνουνε με τον ενθουσιασμό τους. Και να ‘μαι πάλι, να χαζεύω μικρούς, φτερωτούς προφήτες και να παραφυλάω τους ουρανούς.
Μόνο τα πουλιά.* Ο ουρανός είναι για τα πουλιά. Κανένα ερπετό εκεί δεν θα πετάξει.
Χρήστος Μποκόρος,
Καστέλλα, 12.12.2012
Χειμώνιασε και φεύγουν τα πουλιά
γοργά ο πελαργός τα πελαγώνει
κι η φλύαρη χελιδονοφωλιά
χορτάριασε παντέρημη και μόνη.
Του σπίνου χάθηκ` η γλυκιά λαλιά
φοβήθηκε ο μελισσουργός το χιόνι
κι η σουσουράδα στην ακρογιαλιά
δεν τρέχει δεν πηδά δεν καμαρώνει.
Στης λυγαριάς τ` ολόξερο κλαδί
του φθινοπώρου φτωχικό παιδί,
ο καλογιάννος πρόσχαρος προβάλλει,
με λόγια ταπεινά και σιγανά.
Μικρός προφήτης, φτερωτός μηνά
την άνοιξη, που θα γυρίσει πάλι.
Γεώργιος Δροσίνης
Πού είναι τα πουλιά;
Ατσάραντοι και λιάροι κι’ αητομάχια
τσουτσουλιάνοι και τσαλαπετεινοί και τσόνοι
καλημάνες και καλατζάκια και τσιμιάλια
τσιπιριάνοι και τσικουλήθρες και σπέντζοι
τετεντίτσες και τουρλουμπούκια και κίσσες
καλοκερήθρες και σηκονούρες και ασπροκόλια
μπεκανότα και δοδόνες και κολοτριβιδόνες
ξυλοτρούπιδες και σπίγγοι και τρουποφράχτες
κοκκινονούρες και τρυγονόλιαροι και μυγουσάκια
γαϊταρίθια και σβουρίτζια και σγουρδούλια
θεοπούλια και μυγούδια και σπίνοι;
Πού είναι ο κοκκινολαίμης;
Πού είναι τα παπιά;
Κρινέλια και γερμάνια και ψαλίδες
ξυλόκοτες και μπάλιζες και σουγλοκόλια
γερατζούλια και ντελίδες και μαυρόπαπα
ψαροφάγοι και τουρλίδες και ζαγόρνα
λαγοτουρλίδες και τσιλιβίδια και βουτουλάδες;
Πού είναι ο Μολοχτός κι’ ο Πάπουζας;
Η Αβοκέτα κι’ ο Καλαμοκανάς;
Πού είναι οι συκοπούλες οι βουλγάρες κι’ οι σιταρίθρες
τα βατοπούλια τα κουφαηδόνια κι’ οι αερογάμηδες
οι φάσες και οι σπαθομύτες
τα κιρκινέζια κι’ οι χαλκοκουρούνες;
Πού είναι
ο μπούφος ο χουχουλόγιωργας κι’ ο κούκος
ο νυχτοκόρακας ο γκιόνης κι’ ο καράπαπας;
Πού είναι
τα ξεφτέρια τα γεράκια και οι αετοί;
Πού είναι ο Ντρένιος ο Καλογιάννης και ο Μπέτος;
Πού είναι οι Μαυροσκούφηδες;
Γιώργης Παυλόπουλος
Υπάρχει ένα πουλάκι που μας βλέπει.
Ποτέ εμείς δεν θα το δούμε,
ποτέ μας δεν θα μάθουμε γι’ αυτό.
Αν κάθεται σε στύλο, σε δέντρο ή σε θάμνο δεν θα μάθουμε.
Ούτε τα λόγια που θα πει για μας θ’ ακούσουμε.
Υπάρχει ένα πουλάκι που μας βλέπει και είναι άσχετο μ’ αυτούς
που μας κακολογούν, μας κολακεύουν ή μας αγαπούν
Θοδωρής Γκόνης
Ο ουρανός είναι για τα πουλιά.
Κανένα ερπετό εκεί δεν θα πετάξει.
Χρήστος Λάσκαρης



