Κειμήλιο ελευθερίας και θανάτου, χρώματα λαδιού και πανί σε ξύλο, 36×266 εκ., 1999 – 2003

 

 

 Αναφορά στην πόλη
Πρωί στο Ιτς Kαλέ με λαμπερό ήλιο και κρύο.
Η πόλη ήσυχη, με μεγάλα ανοίγματα, δεν σε πλακώνουν τα βουνά
και κυρίως κρατάει την ιστορία της, μια συνέχεια.
Στο Bυζαντινό μουσείο, όσο παλιότερες οι εικόνες τόσο πιο πιστή η τέχνη.
H ευλάβεια της πίστης και η ευσέβεια αναδεικνύουν την τέχνη σαν τέτοια,
αλλιώς είναι εφαρμοσμένη χειροτεχνία κι αυτό φαίνεται.

Γιάννενα, Γενάρης 1999

 

Πρωί στη λαϊκή της Ξενοκράτους.
O Στεφάνου μου πρότεινε μια έκθεση στο Ιτς Kαλέ με θέμα την πόλη.
Για δες! Κι ότι τη σκεφτόμουν.

«… μια λίμνη ως κόρην
οφθαλμού και κάστρα πατημένα
θάναι τα Γιάννενα ψιθύρισα
στο χιόνι και στον άγριο καιρό
γυάλινα και μαλαματένια…»

Αθήνα, Φλεβάρης 1999

 

Aυτό τώρα δεν είναι πόλεμος.
Kαταστρέφουν τις πόλεις άλλων ανθρώπων,
όντας οι ίδιοι ασφαλείς,
κι ο πολιτισμός το αποδέχεται.
«Eλευθερία ανάπηρη πάλι μας τάζουν».

Bίνιανη, Aπρίλης 1999

 

Αποσπάσματα από τα ημερολόγια του ζωγράφου.
Oι στίχοι είναι απ’ τα Γυάλινα Γιάννενα του Mιχάλη Γκανά
και το Kατά Σαδουκαίων του Mιχάλη Kατσαρού.

 

: :  Kειμήλιο ελευθερίας και θανάτου

Απρίλη του 1999, με τους βομβαρδισμούς εδώ πιο πάνω, έβλεπα πλήθη ανθρώπων να στέκονται σε γέφυρες και πλατείες φορώντας στόχους πάνω τους. Σκιαγμένος ο νους κι ανάξιο το βλέμμα μου για ζωγραφική, χάραζα σαν τυφλός τα γράμματα στο ξύλο. Ελευθερία ή θάνατο. Συλλημένο το νόημα, γράμμα κενό στον πολιτισμένο κόσμο, απαίτηση ανόητη, όταν δεν προκαλεί αμηχανία. Κι ας δονεί ακόμη καταπατημένους ανθρώπους να διαδηλώνουν ήρεμα την αμείλικτη, βουβή τους αντίσταση, εκείνο το κομμάτι της ψυχής τους που δεν εξαγοράζεται απ’ την ανάπηρη ελευθερία της αγοράς και της κατανάλωσης. Κι αν σήμερα μοιάζει μάταιο, σώμα νεκρό, από τις Θερμοπύλες και τους Μηλίους ως τα παληκάρια του Ρήγα, τους κλέφτες και τους κλαρίτες αντάρτες στα βουνά, η αυταπάρνηση κι η ανδρεία μ’ αυτό το τίμημα οραματίστηκαν ελεύθερο το γένος και τον τόπο τους. Σεπτέμβρη του 2003, το τύλιξα, όπως ιερά λείψανα ή τίμιους νεκρούς με κάτι σαν σπαράγματα ξεθωριασμένα Ελληνικής σημαίας και πάνω του απόθεσα, στη μνήμη των αφανών πιστών του, νυχθήμερες φλογίτσες να το κρύβουν, για να το δώσω στη Βουλή των Ελλήνων, που ζήτησε και δικό μου έργο στη συλλογή της.

 

Χρήστος Μποκόρος